The history of graffiti/Η ιστορία του graffiti Terminology/Η ορολογία στο graffiti Writers/Crews Links/Επικοινωνία Extras Photos/Φωτογραφίες

 

 

 

 


Graffiti terminology - Η ορολογία στο graffiti


 

 

 

Writer/graffiti writer-graf writer: αυτός που εξασκεί το graffiti.

 

Tag/tagging: η υπογραφή-ψευδώνυμο που χρησιμοποιούν οι writers και είναι ξεχωριστή για τον καθένα. Έτσι, η διαδικασία όπου κάποιος βάφει την υπογραφή του (με σπρέι, μαρκαδόρο ή οποιοδήποτε άλλο μέσο) ονομάζεται tagging.

 

Crew: ένα σύνολο από writers οι οποίοι βάφουν μαζί και εκτός από το tag τους έχουν ένα ξεχωριστό ακρωνύμιο το οποίο δηλώνει αυτή τους τη σχέση (την ομάδα-παρέα δηλαδή στην οποία ανήκουν).

 

Toy: στο κατώτερο επίπεδο αποδοχής ανάμεσα στους writers βρίσκονται οι επονομαζόμενοι toys. Είναι ένας υποτιμητικός όρος ο οποίος αναφέρεται σε αυτούς που δεν γνωρίζουν για την ιστορία του graffiti και τους κανόνες του. Ο τρόπος που βάφουν από την άλλη δείχνει την απειρία τους και συχνά την πρόσφατη ενασχόληση με το αντικείμενο.

 

King/Head: στο ανώτερο επίπεδο αποδοχής ανάμεσα στους writers βρίσκονται αυτοί που έχουν κερδίσει τον τίτλο style kings(βασιλιάδες του στυλ). Σε αυτούς συγκαταλέγονται αυτοί που έχουν επιδείξει διαχρονική συνέπεια στην ενασχόλησή τους με το graffiti και ο τρόπος που βάφουν και χρησιμοποιούν τα spray ξεχωρίζει για την δεξιοτεχνία και την τεχνική. Αυτά τα άτομα είναι συνήθως αποδεκτά από όλους τους υπόλοιπους και απολαμβάνουν το σεβασμό.

 

Black book: το βιβλίο με τα σχέδια, σκίτσα και οτιδήποτε σχετικό με τις ιδέες που έχει ένας writer πριν τις εφαρμόσει στο τοίχο. Συχνά χρησιμοποιείται από τις διωκτικές αρχές σαν αποδεικτικό στοιχείο για να συνδέσει τους writers με το graffiti.

 

Cannon(s): τα σπρέι (cans) σε ορολογία αργκό. Ο όρος αυτός θεωρείται ότι πρωτοεμφανίστηκε στο Bronx.

 

Stainer: μαρκαδόροι, αυτοσχέδιοι συνήθως, με ιδιαίτερα μεγάλη επιφάνεια μύτης.

 

Piece: στα ελληνικά λέγεται το κομμάτι, δηλαδή ο ιδιαίτερος τρόπος του να γράφεις τα γράμματα που αποτελούν το tag, χρησιμοποιώντας περίγραμμα (outline), γέμισμα με χρώμα, σκιές ή 3d, βελάκια και οτιδήποτε άλλο μπορεί να αναδείξει το σχέδιο. Οι διαστάσεις του είναι μεγάλες  και η άρτια εκτέλεσή του απαιτεί αρκετό χρόνο.

 

Throw-up/throwie: θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι κάτι ανάμεσα σε tag και piece όσον αφορά την πολυπλοκότητα του σχεδίου και τον χρόνο που απαιτείται για να γίνει. Το ότι γίνονται πιο γρήγορα παίζει σημαντικό ρόλο στο ότι δεν τραβάνε την προσοχή των περαστικών ή των διωκτικών αρχών. Οι writers μπορούν έτσι να κάνουν όσο το δυνατόν περισσότερα σε μια πόλη και να αναδείξουν το προσωπικό τους στυλ.

 

Bomb/hit: έχει να κάνει με όσο δυνατόν περισσότερα tags, throw ups και pieces μπορεί να κάνει ένας writer σε μια περιοχή.

 

Wildstyle: ένα piece το οποίο έχει τόσο περίπλοκο σχεδιασμό το οποίο δυσκολεύει την ανάγνωση των γραμμάτων τα οποία το αποτελούν.

 

Burner: ένα μεγαλύτερο graffiti σε μέγεθος και πολυπλοκότητα από ένα piece. Μπορεί να είναι νόμιμο, μιας και απαιτεί αρκετό χρόνο όμως συχνά εκτελείται και πάνω σε τραίνα.

 

Top-to-bottom: το piece πάνω σε τραίνο το οποίο καλύπτει όλο το ύψος του.

 

End to end: όταν το κομμάτι καλύπτει, κατά μήκος, όλο το βαγόνι ενός τραίνου.

 

Whole train: ο συνδυασμός των δύο παραπάνω εννοιών σε όλο το τραίνο.

 

Ηeaven spots (heavens): τα σημεία εκείνα τα οποία είναι πολύ δύσκολο και επικίνδυνο να προσεγγίσεις προκειμένου να βάψεις. Από την άλλη όμως,τα  graffiti τα οποία γίνονται σε τέτοια σημεία έχουν αρκετές πιθανότητες να παραμείνουν για αρκετό καιρό μιας και είναι δύσκολο να σβηστούν. Η έννοια έχει διπλή σημασία εφόσον εμπεριέχει και τον κίνδυνο για τους writers να χάσουν τη ζωή τους και να βρεθούν στον παράδεισο (heaven).

 

Rooftops: τα graffiti που γίνονται σε τοίχους, οι οποίοι βρίσκονται στις ταράτσες των κτιρίων και είναι σε κοινή θέα

 

Bite: το να κλέβεις ιδέες άλλων writers ή τον ιδιαίτερο τρόπο που χρησιμοποιoύνε για να σχεδιάζουν τα γράμματα.

 

Buff: το να σβήνει κανείς κομμάτια με τη χρήση χημικών ουσιών ή διαγράφοντας κάποιο σχέδιο με την χρήση μπογιάς.

 

Up: όρος χρησιμοποιείται για τους writers, η δουλειά τον οποίων είναι γνωστή σε ευρεία κλίμακα. Εκφράζει το πόσο παραγωγικός είναι ένας writer.

 

All city: Αρχικά είχε να κάνει με το γεγονός ότι ένας writer ή ένα crew έβαφε σε όλες τις γραμμές του υπόγειου σιδηρόδρομου ή στους δρόμους των  πέντε συνοικιών της Νέας Υόρκης. Γενικά χρησιμοποιείται όταν ένα crew ή ένας writer έχει βάψει σε όλη την πόλη όπου βρίσκεται.

 

 

 Αρχική σελίδα